Γυμνός (3)

  • Έμαθε ξεβράκωτος και ντρέπεται ντυμένος
  • Νηστικός περνάς,γυμνός όχι
  • Ντυμένος κάστρο πέρασε,γυμνός ούτε γιοφύρι