Δανεικά, Δάνειο (66)

  • Αδάνειστος και ξέγνοιαστος.
  • Άλλο είναι το δανεικό και άλλο το γυρευτό.
  • Αν αγαπάς τον φίλο σου, ποτέ μην τον δανείζεις.
  • Αν δανείζεις το άλογο σου, θα σου φέρουν το πετσί του.
  • Αν δεν το δώσω ντρέπομαι και αν το δώσω το χάνω(δάνειο που δεν θα πληρωθεί).
  • Αν δεν χρωστείς έμπα εγγυητής.
  • Αν θέλεις να κάμεις εχθρό δάνεισε του χρήματα.
  • Αν θέλεις να χάσεις τον φίλο σου, ζήτησε του δανεικά.
  • Από γίγαντα δανείσου, από αλεπού αλαργήσου.
  • Από κακό δανειστή, ούτε σακί άχυρο.
  • Από καλό πληρωτή πάρε ότι μπορείς.
  • Απού δανείζεται, από δικού του τρώει.
  • Απού ζητά και δίνουν του, άλλη δουλειά δεν κάνει.
  • Από φίλο που εδάνεισες, ότι μπορείς να πάρεις πάρε, γιατί δεν είναι εύκολο να του τα ξεσκουλάρεις (ξεμπερδέψεις).
  • Από φτωχό μην δανειστείς, σε παίρνει στο κατόπι.
  • Δάνειζε αλεύρι σε όποιον έχει στάρι.
  • Δάνειζε λεφτά αν θέλεις να κάνεις εχθρούς.
  • Δανείζεις χρήματα κάνεις εχθρούς ,χαρίζεις χρήματα κάνεις αχάριστους.
  • Δανειζόμουν και τα έτρωγα και έλεγα ο θεός με ευχήθη, ήρθε ο καιρός και πλήρωνα και είπα ο θεός με οργίσθη.
  • Δανείζου καλοπλήρωνε, και πάλι στρέφου και έπαιρνε.
  • Δανεικά είναι τα δώρα του γάμου.
  • Δανεικά και αγύριστα.
  • Δανεικά κι αγύργα.
  • Δανεικά 'ν' τα κούρταλα στο γάμο.
  • Δανεικά του γάμου τα κουλούρια.
  • Δανεικό, κυρά, τ' αλεύρι, δανεικὸ και το προζύμι.
  • Δανείσου και ξόδευε, την διορία μην ξεχνάς.
  • Δανείσου καλοπέρασε , μα μην ξεχνάς τα χρέη σου.
  • Δανείσου, καλοπλήρωνε για να σε ξανά δανείσουν.
  • Δώσε μου εσύ τα χέρια και τρέξε με τα πόδια.
  • Εδανειζόμουνα και λυγιζόμουνα, μα ήρθε καιρός και πλήρωνα και βουρλιζόμουνα.
  • Είναι καλύτερο να χαρίζεις παρά να δανείζεις.
  • Έμαθες να μου γυρεύεις έμαθα να μην σου δίνω.
  • Επέρσι έφαγε τ' αρνὶ και φέτος το πληρώνει.
  • Έχει καλό θυμητικό, όποιος λεφτά δανείζει.
  • Ζύγιαζε και χάριζε και βερεσέ μην δίνεις.
  • Θέλεις να μάθεις πόσο αξίζει ένα τάληρο; ζήτησε το δανεικό.
  • Θέλεις να μάθεις πόσο αξίζει το χρήμα; προσπάθησε να δανειστείς.
  • Καλλιά να μείνω νηστικός, παρά να φάω δανειστικά.
  • Κάλιο να χαρίζεις δυο δεκάρες. παρά να δανείζεις δέκα.
  • Κοιμήσου χωρίς δείπνο και ξύπνα χωρίς χρέη.
  • Λεφτά που πήρες δανεικά και εσένα θα σε φάνε.
  • Μην θέλεις πίσω τα λεφτά. σπάταλο όταν δανείζεις.
  • Να μην χρωστάς σε πλούσιο, φτωχό να μην δανείζεις.
  • Να τα χάσεις δεν τα χάνεις να τα πάρεις δεν τα παίρνεις.
  • Ξένα ρούχα ντύνεσαι, γρήγορα τα γδύνεσαι.
  • Ξεχρεώνεσαι, ξελασπώνεσαι.
  • Ο δανειστής απόθανε και ο γιος του δίνει ακόμα.
  • Όποιος δανείζει τούς φτωχούς παίρνει τον τόκο από τον θεό.
  • Όποιος καβαλικεύει ξένο άλογο γρήγορα ξεπεζεύει.
  • Όποιος πάει να ζητήσει δανεικά, πάει να ζητήσει πίκρες.
  • Όπου φιλείς μην δάνειζε και όπου αγαπάς μην σύχναζε.
  • Ο σκύλος δεν δανείζει κόκαλα.
  • Όταν δανείζεις χάνεις και τα λεφτά και τον φίλο σου.
  • Όταν έχεις δάνειζε μα εγγυητής μην μπαίνεις.
  • Πληρώσαμε τα μαλλιοκέφαλά μας.(πολλά).
  • Στα χαριστίκια ανοικτός, στα δανειστίκια κλειστός.
  • Στο δανεισμό ο θεός στην πληρωμή ο δήμιος (εναλλαγή συναισθημάτων του δανειζόμενου).
  • Στον πόλεμο άρματα δεν δανείζουν.
  • Τα δανεικά κάνουν σκλάβους τους ανθρώπους.
  • Τα δανεικά τα ρούχα, ζεστασιά δεν πιάνουν.
  • Τα κερνάς τα χάνεις, τα χρωστάς πληρώνεις.
  • Το δάνειο όσο και να παλιώσει, χάρισμα δεν γίνεται.
  • Το δανεισμένο πάει γελώντας κι έρχεται κλαίοντας.
  • Τον φτωχό όταν δανείζεις πάντα λίγα να του δίνεις.
  • Τού κλέφτη και του δανειστή καθένας του χρωστάει.