Καλόγεροι, Καλόγριες (38)

  • Αδειανός καλόγερος, εύκαιρο το σακί του.
  • Αδειανός καλόγερος μύγες εκοντάρευε.
  • Αδειανός καλόγερος, ψύλλους εμουνούχιζε.
  • Άλλο το να είσαι καλόγερος,και άλλο να μην έχεις παιδιά.
  • Αλλού με ξεις καλόγηρε κι αλλού με τρώει εμένα.
  • Αλλού ο καλόγερος, αλλού τα δισάκια του.
  • Από μυλωνάς δεσπότης.
  • Βαριά η καλογερική. (δυσκολίες).
  • Για ένα καλόγερο δεν χαλάει το μοναστήρι.
  • Δεκοχτώ καλόγεροι μ’ ένα χουλιάρι και τους εφώναξαν και βρέθηκαν κι οι δεκοχτώ μπουκωμένοι.
  • Δουλειά δεν είχε ο καλόγερος και με τις μύγες πάλευε. (αργόσχολοι).
  • Είναι βαριά η καλογερική.
  • Είναι βαρύ το ράσο.
  • Η μικρός μικρός παντρέψου ή μικρός καλογερέψου.
  • Θέλω να γενώ καλόγερος να σώσω την ψυχή μου μα δε μ’ αφήνει ο διάολος που’ χω μες στο βρακί μου.(σεξουαλικές επιθυμίες).
  • Κάθε καλόγηρος τον πόνο του κλαίει.
  • Καλογέροι για δουλειά, ούτε κρίση ούτε λαλιά· καλογέροι για φαΐ, όλοι εδώ οι ορφανοί.
  • Καλόγεροι στη δουλειά,όλοι μέσα στη βατιά,καλογέροι για φαΐ όλοι έκεί.
  • Καλόγερο μην βάζεις μες'το σπίτι σου,γιατί αν είναι νέος
  • θα σε γελάσει κι αν είναι γέρος θα σε κλέψει
  • Καλογριά καλογερεύει,τον καλόγερο γυρεύει.
  • Καλόγρια στα γεράματα,κατάντησε η θειά του.
  • Καλός κακός καλόγερος στην πόρτα του παράδεισου.
  • Κάτσε, καλόγερε, μες στο κελί σου, νάχεις τα ρούχα σου και την τιμή σου.
  • Ο καλόγερος είπε το ψάρι φακή και το ’φαγε Σαρακοστή. (Ενεργούμε κατά πως μας συμφέρει).
  • Ο καλόγερος κοιμάται και ο θεός του μαγειρεύει.
  • Όσο κάθεται ο καλόγερος, τόσο μαλλί μαζώνει.
  • Όταν δώσει ο καλόγερος για την ψυχή του, τότε θα μαλλιάσει και το αυγό.
  • Πείσμωσε ο καλόγερος κι έκαψε τα γένια του. (η οργή βλάπτει).
  • Περήφανος καλόγερος, άδεια τα σακούλια του.
  • Π@@τάνα στα νιάτα της Καλογριά στα γεράματα.
  • Πού'χει άδελφό καλόγερο,έχει ζευγάρι βόδια.
  • Σαν γεράσει ο διάβολος γίνεται καλόγερος.
  • Το μοναστήρι να ’ναι καλά κι από καλόγερους να!...
  • Το ξένο βιό ο καλόγερος για την ψυχή του δίνει.
  • Χόλιασε ο καλόγερος κι έκαψε τα ράσα του.
  • Χόλιασε ο καλόγερος κι έκοψε τ΄αρχίδια του (ή τα γένια του.)
  • Ψηλός ψηλός καλόγερος κουδούνια φορτωμένος.