Καμάρι (2)

  • Καμαρώνει σαν το γύφτικο σκεπάρνι
  • Παινεσές και λίμπες άδειες. (Παινεσές=παινεψιές, καυχήματα. Λίμπες=γαβάθες. Για κάποιον που καμαρώνει για κάτι που δεν έχει).