Καυχιέμαι, Καυχησιά (31)

  • Άκουσα τα κουδούνια σου, κι έλεγα μάντρες έχεις
  • Αν είσαι λελέκι δεν είσαι και χατζής
  • Απόκτησε και ο κασιδιάρης μαλλιά και τα έριξε στις πλάτες
  • Ας σε επαινεί ο γειτονάς σου και όχι το δικό σου στόμα
  • Αφού παινιέται σαν λιοντάρι, γαιτί γαυγίζει σαν σκυλί;
  • Βάζει η μυλωνού τον άντρα της, με τούς πραματευτάδες
  • Βγήκε και το τζίτζιφο και παριστάνει το φρούτο
  • Βροντούν όλα τα σίδερα βροντάει και η σακοράφα
  • Γέρος και ξένος για πολλά καυχιέται
  • Για δέστε με γειτόνισσες, πλεμόνια τηγανίζω
  • Εδώ είμαι εγώ που σπάω το αβγό
  • Εκαθίσαν τα θρανιά και σηκωθήκαν τα σκαμνιά
  • Έκανε και η μύγα κώλο και έχεσε τον κόσμο όλο
  • Έκανε και ο κόκορας αυγό και δεν έχει που να το βάλει
  • Έκανε και ψείρα αλώνι και γυρνά και καμαρώνει
  • Καβάλησε το καλάμι
  • Κάνε πρώτα τη δουλειά και ύστερα καυχήσου
  • Κάναμε και εμείς πανί και το απλώσαμε στο φράχτη
  • Καυχιέται σαν την ψείρα σε κεφάλι φαλακρού
  • Κυλάνε τα αυγά κυλά και η καβαλίνα
  • Μεγάλη μπουκιά τρώγε, μεγάλο λόγο μην λές
  • Μην ζητάς μόνο γα φανείς αλλά και να γενείς
  • Μην καυχιέσαι για το αύριο, γιατί δεν ξέρεις τι θα γεννήσει η μέρα
  • Μην πολυτεντώνεσαι γιατί ψηλός δεν είσαι
  • Ο καυχησιάρης άνθρωπος, ποτέ καλό δεν κάνει
  • Όπιος παρακορδώνεται,γρήγορα ταπεινώνεται
  • Όπου ακούς πολλά κεράσια κράτα και μικρό καλάθι
  • Όταν οι γάτες κυνηγούν ποντίκια δεν νιαουρίζουν
  • Το μουλάρι και αν παινιέται από γάιδαρο κρατιέται
  • Τραβηχτείτε να περάσει το βόδι που θα πάω να αγοράσω
  • Φέρνει τα ελάφια ζωντανά τα αρκούδια μερωμένα(αυτοί που καυχιούνται)