Ντροπή (46)
- Αγαπώ αυτούς που κοκκινίζουν και όχι εκείνους που χλωμιάζουν (από ντροπή η ενοχή).
- Αιδώς εν οφθαλμοίς (αρχ παροιμ) η ντροπή δείχνεται από τα μάτια.
- Άμα ντρέπεσαι βάλε ένα κόσκινο στην μούρη σου (για να παραμερίσεις την ντροπή).
- Αν ντρέπεσαι να δουλεύεις να ντρέπεσαι και να τρως.
- Βάζει κόσκινο στην μούρη του για να μην ντρέπεται.
- Βγήκε η πομπή(ντροπή) στους δρόμους και γελάνε και οι διαβάτες(οι ανέντιμοι δεν ντρέπονται).
- Γίναμε θέατρο. (ρεζίλι).
- Γυναίκα αιδώς ου κομμός κάζει (αρχ παροιμ) η ντροπή δεν γυρίζει πίσω στην γυναίκα με θρήνους και οδυρμούς.
- Γυναίκα χωρίς ντροπή φαΐ χωρίς αλάτι.
- Δεν έχει τσίπα πάνω του.
- Έβαλε την ουρά στα σκέλια.
- Έβαλε το βρακί σαρίκι.
- Έβγα έξω και πομπέψου κι έμπα μέσα και πορέψου(μην ντρέπεσαι για την δουλειά σου).
- Έκατσε η πομπή στις στράτες και περιγέλαε τους διαβάτες.
- Έμαθε γυμνός και ντρέπεται ντυμένος.
- Έμαθε ξεβράκωτος και ντρέπεται ντυμένος.
- Εμακρύναν οι ποδιές τους και σκεπάσαν τις πομπές τους.
- Έπεσε το σαγόνι μου απ'την ντροπή.
- Έφυγε η πέτσα της από ντροπή.
- Έφυγε σαν βρεγμένη γάτα.
- Έχεις την ντροπή, χουζούρι
πως την κάνεις?
- Η δουλειά δεν είναι ντροπή και ντροπή είναι η τεμπελιά.
- Η μισή ντροπή δική σου κι η μισή ντροπή δική μου.
- Η
ντροπή έχει μια κόψη μεγαλύτερη από την σπάθα.
- Η ντροπή ντροπή δεν είναι και χαράς του όποιου ντρέπεται.
- Η ντροπίτσα τρώει πετρίτσα(όποιος ντρέπεται δεν τρώει).
- Και να με δείρεις ντροπή μου και να σε δείρω ντροπή μου.
- Κάλλιο να ντραπεί η μούρη μου παρά να καεί η καρδιά μου.
- Μου έπεσαν τα μούτρα(έβαλα κάτω το κεφάλι από ντροπή).
- Ντράπου η κόρη και εβρέθει γκαστρωμένη.
- Σαν έχει ανάγκη ο άνθρωπος να ντρέπεται δεν πρέπει. (Όμηρος- Οδύσσεια).
- Ο γυμνός κάτι θα κρύψει ο ξετσίπωτος τίποτα
- Όποιος κοκκινίζει ή αρετή η ενοχή μυρίζει.
- Όποιος ντρέπεται κακά ζει.
- Όποιος ντρέπεται πολλά καλά στερεύεται.
- Όποιος ντρέπεται στο τραπέζι κάνει κακό της κοιλιάς του.
- Παλιά αμαρτία, καινούργια ντροπή.
- Παρά του κόσμου η ντροπή,κάλλιο του τάφου πλάκωμα.
- Παρά του κόσμου όνειδος, κάλλιο του τάφου πλάκα.
- Πήρε τα κατουρημένα του και έφυγε(ντροπιασμένος).
- Πίσω να πάει ντρέπεται,μπροστά να πάει φοβάται.
- Σας είδε η ντροπή και ντράπηκε.
- Τον ξεδιάντροπο φτύνανε και έλεγε ψιχαλίζει.
- Τ'ολόχρυσο το πάπλωμα κάθε πομπή σκεπάζει.
- Το στόμα τρώει το πρόσωπο ντρέπεται.
- Χάθηκε η τσίπα από πάνω του.