Πέρδικα (5)

  • Έγινε περδίκι. (υγιής)
  • Ήρθε η ώρα η καλή κι η ώρα η βλογημένη να πάρει ο αϊτός την πέρδικα τη χρυσοπλουμισμένη… (γάμος)
  • Καλώς τηνε την πέρδικα που περπατάει λεβέντικα!
  • Καλώς τηνε την πέρδικα την αηδονολαλούσα.
  • Της πέρδικας απ’ τη λαλιά της βρίσκουν τη φωλιά. (φλυαρία)