Παπάς (115)

  • Άλλα έλεγε εψές παπάς κι άλλα σαν ήταν διάκος.
  • Αλλιώς μας τα ‘λεγες παπά, πριν σε χειροτονήσουν.
  • Άλλοι παπάδες έρχονται, άλλα χαρτιά κρατάνε.
  • Άλλοι παπάδες ήρθανε, άλλα βαγγέλια φέραν.
  • Άλλος αγαπάει τον παπά κι άλλος την παπαδιά. (= σε όλους δεν αρέσουν τα ίδια πράγματα, είναι ζήτημα γούστου).
  • Αλλού κοιτάζεις δέσποτα, κι αλλού σταυροκοπιέσαι.
  • Αλλού με τρίβεις, δέσποτα, κι αλλού έχω τον πόνο.
  • Αλλουνού παπά ευαγγέλιο.
  • Αλλού ο παπάς, αλλού τα ράσα του.
  • Άμα δεν σε θέλουν στο χωριό μη ρωτάς για του παπά το σπίτι.
  • Αν δε σου αρέσει ο παπάς να σέβεσαι τα ράσα.
  • Αν είν’ παππάς και λειτουργά, η αυγή θα μας το δείξει.
  • Αν είσαι και παπάς με την αράδα σου θα πας.
  • Αν είσαι καλός παπάς, στη λειτουργιά θα δείξεις.
  • Αν ήταν η δουλειά καλό θα δούλευε κι ο δεσπότης.
  • Από του παπά το χουλιάρι γλίτωσε.
  • Ας μ’ αγαπά ο επίσκοπος κι ας με μισούν οι διάκοι.
  • Ατζαμής παπάς μεγάλο το χερουβικό(πρωτάρης καθυστερεί σε μια δουλειά).
  • Αυτά είναι αλλουνού παπά βαγγέλια…(άλλες υποθέσεις).
  • Αυτό είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο.
  • Βάλε, βγάλε παπά τη βράκα σου.
  • Βασίλη, τίμα τον παπά, και συ, παπά, έχε γνώση.
  • Βρήκαμε παπά, θα θάψουμε και τους ζωντανούς.
  • Βρήκαμε τρελό παπά κι όλη μέρα ψάλουμε.
  • Βρήκε και ο παπάς χωριό.
  • Βρήκες παπά να πάρεις αντίδωρο.
  • Γάμος χωρίς παπά βράστο νε.
  • Για καλό κακό, τον παπά περδουκλωμένο.
  • Για του παπά τ’ αμπέλι μη σε μέλει.
  • Γούμενος καθήμενος έραφτε και ξέραφτε.
  • Γύφτος παπάς αν θα γενεί, χέρι μην του φιλήσεις, όσο και αν παπαδήσει, γυφτίλα θα μυρίσει.
  • Γύφτος παπάς δε γίνεται κι αν γίνει, δε βλογάει.
  • Δεν έγινα παπάς ν’ αγιάσω, έγινα για να περάσω.
  • Δέσποτα παππά πρεσβύτα, έπαιρνε και πάντα ζήτα. (= για όσους δέχονται και τις μικρής αξίας προσφορές).
  • Είδα γέρο παπά και έθαφτε μωρό παιδί.
  • Είδα κι είδα, αλλά γύφτο παπά δεν είδα. (απίστευτο-αταίριαστο).
  • Εκείνον που βλέπει ο παπάς εκείνον και θυμιατίζει. (Αυτούς που βλέπουμε βοηθούμε).
  • Εσύ αγκαστρώνεις και παπά. (Για κάποιον που καθυστερεί να μιλήσει η τερατολογεί).
  • Η γυναίκα παπάς δεν γίνεται.
  • Η νύχτα βγάζει επίσκοπο κι η αυγή μητροπολίτη. (Ύποπτες υποθέσεις που γίνονται νύχτα).
  • Η παπάς παπάς η ζευγάς ζευγάς.
  • Ή παπάς παπάς ή ζευγάς ζευγάς ή καθάριος μυλωνάς.
  • Θα πεις τον δεσπότη Παναγιώτη.
  • Θέλει ο παπάς να αγιάσει ,μα οι διαόλοι δεν τον αφήνουν.
  • Θεωρία επισκόπου και καρδιά μυλωνά. (Εντυπωσιακή εμφάνιση… ασήμαντος χαρακτήρας).
  • Θύμωσα με τον παπά και τρώγω την σαρακοστή.
  • Κάθε παπάς την καμπάνα του παινεύει.
  • Κάθε πρώτη του μηνός, για δεσπότης, για φανός.
  • Και παπάς εγίνης χότζια; Έτσι τόφερε η κατάρα.
  • Καλά είναι τα φαρδομάνικα μα τα'χουν οι δεσποτάδες.
  • Καλά τα φαρδομάνικα μα τα φορούν παπάδες. (Κάποιοι μεγαλοπιάνονται χωρίς να το αξίζουν.)
  • Κάλλιο χωροφύλακας παρά παπάς στο σπίτι.
  • Κάνε το παιδί σου παπά, κι απόλα το στο λόγγο.
  • Κεφαλλονίτικος παπάς, διαβάζει με σοφία! Τα δώδεκα ευαγγέλια τα βγάζει δεκατρία!
  • Με παπά κοιμήθηκες; (τυχερός…).
  • Μην με λες παπά σπασμένο, μην σε πω ξεκωλιασμένο.
  • Μην το πεις ούτε του (στον) παπά! (Ούτε στην εξομολόγηση! Σε κανέναν!).
  • Μήτε εσύ παπά στα φώτα μήτε εγώ στον αγιασμό σου.
  • Να σου πει ο παπάς στο αυτί κι ο διάκος στο κεφάλι.(απάντηση στην απειλή: θα σου πω εγώ, θα σου κάνω, θα σου δείξω κλπ, ή όταν περιμένουμε να πει -να υποσχεθεί ή να απαντήσει σε ερώτηση- κάποιος, και δεν το λέει).
  • ... να σου φτιάξω εγώ παπάδες! (δηλ. σπουδαία πράγματα, φανταστικά, αριστουργήματα).
  • Οι του βίου ναυαγοί, ...του Υψίστου λειτουργοί (οι παπάδες)!
  • Ο κόσμος κάνει τον παπά και όχι ο παπάς τον κόσμο.
  • Ο παπά κουλούρης και το χαρτί του. (= για όσους επιδιώκουν πάντοτε το κέρδος).
  • Ο παπάς απ’ την πόλη …η παπαδιά μολογάει. (Αυτός που δε γνωρίζει μιλάει).
  • Ο παπάς βλογάει πρώτα τα γένια του. (προσωπικό συμφέρον).
  • Ο παπάς για τη λεχουδιά του έχασε τη λειτουργιά του.
  • Ο παπάς είναι κάρβουνο, που αναμμένο καίει και σβηστό μουτζαλώνει.
  • Ο παπάς και η καμαλίκα όταν σου μιλούνε γροίκα.
  • Ο παπάς πάει στην πόλη, η παπαδιά μολογεί (λέει με καμάρι τι είδε).
  • Ο παπάς παπά δε θέλει.
  • Ο παπάς πρώτα βλογάει τα γένια του.
  • Ο παπάς σε ξένο σπίτι, κι άλλοι στου παπά το σπίτι.
  • Ο παπάς τα θαφτικά κι ο νεκρός στ’ ανάθεμα.
  • Ο παπάς τα μπρος εθώρει και τα πίσω δεν εθώρει.
  • Όποιος έχει γένια τρώει με το δεσπότη.
  • Όποιος μαλώνει με τον παπά, μαλώνει με τους Αγίους.
  • Όπου πάει ο παπάς, πάνε και τα ράσα σου.
  • Όπου τεμπέλης και φαγάς εκεί χωροφύλακας ή παπάς.
  • Όσο θέλει ο παπάς τ'αλλουνού παπά καλό, τόσο να ψηθεί το αυγό.
  • Όσους βλέπει ο παπάς, τόσους και θυμιατίζει.
  • Ο τεμπέλης κι ο ακαμάτης, ο υπνάρης κι ο φαγάς, άλλον έργο δεν του μένει παρά να γενεί παπάς.
  • Ούτε διάκο σ’ είδαμε ούτε πρωτοσύγκελο και δεσπότης έγινες. (Αναρρίχηση σε αξιώματα με πλάγια μέσα.)
  • Παπά ζουρλό σαν ηύραμε όλη μέρα ψέλναμε….(ευκαιρία).
  • Παπά παιδί, διαβόλου εγγόνι.
  • Παπάς, γιατρός και χωροφύλακας καλύτερα ‘ναι να μην μπαίνουνε στο σπίτι.
  • Παπάς και διάκος κουζουλός από την κούνια το'χει.
  • Πέντε του διάκου και δέκα του δεσπότη.
  • Πϊσκοπος δερνάμενος έγραφε κι απόγραφε.
  • Πολλοί φιλούνε το χέρι του παπά, μα λίγοι τον ακούνε.
  • Σιγανοπαπαδιά…(υποκριτής).
  • Στο χωριό του δεν τον θέλουν κι αυτός του παπά το σπίτι ψάχνει.
  • Στραβό χωριό παπάς με ένα μάτι.
  • Σφάκελά της π’ αγαπά παντρεμένον ή παπά.
  • Σφάξε με παπά μου (ή αγά μου) ν’ αγιάσω. (άνανδροι).
  • Τα θαφτικά στον παπά κι ο νεκρός στ'ανάθεμα.
  • Τα ράσα δεν κάνουν τον παπά. (οι ικανότητες, ο χαρακτήρας).
  • ...τον παπά θα παίξουμε; (δηλ. θα κοροϊδεύουμε ο ένας τον άλλον;).
  • Τον παπά τον ξέρουν όλοι κι ο παπάς κανέναν.
  • Το πολύ το κυρ' ελέησον το βαριέται κι ο παπάς.
  • Το σακούλι του παπά και ο μύλος ποτέ δεν ευκαιρούνε.
  • Του παπά η κοιλιά είν’ αμπάρι κι όπου πάει θε να πάρει.
  • Του παπά που εφημερεύει ο θεός του μαγειρεύει.
  • Του παπά το πετραχήλι, ποταμός είναι και σύρνει.
  • Τρεις παπάδες στο ποδήλατο και ο δεσπότης τροχονόμος.
  • Τρελός παπάς σε βάφτισε και αλαφιασμένος διάκος.
  • Τρελός παπάς σε βάφτισε…(τρελός-χαζός).
  • Τρελός παπάς τον βάφτισε.
  • Τυφλός παπάς δεν γίνεται και αν γίνει δεν βλογάει.
  • Τώρα που βρήκαμε παπά, ας θάψουμε πέντ' έξι.
  • Φάσκελά της π' αγαπά παντρεμένο η παπά.
  • ...φέρε έναν παπά! (Στην ταβέρνα: ..φέρε ένα ποτήρι κρασί).
  • Χορταμένος ο παπάς, χορτασμένη η παπαδιά, νύφη, σήκωσε την τάβλα.
  • Χώρια παπάς, χώρια παπαδιά.
  • Ψάλε, δεσπότη μου· με πονεί το δάχτυλο μου.
  • Ψηλά παπά μου τ’ άρχισες και δεν το βγάζεις πέρα. (Έργο-τραγούδι…κάτι πάνω από τις δυνάμεις του).