Πείνα (100)

  • Αγρύπνησε να κοιμηθείς και πείνασε να φας.
  • Άδεια κοιλιά, φόρα μυαλά.
  • Αδειανή κοιλιά ξετσιπωμένα μούτρα.
  • Αδειανή κοιλιά σαρακοστή δεν ξέρει.
  • Αδειανό στομάχι, πείνα και ταμάχι(αχόρταγος).
  • Άδειο σακί δεν στέκεται, γεμάτο δεν λυγίζει.
  • Άδειο σακί, όρθιο δε στέκεται!
  • Αδύνατον ένι πεινών μη μνημονεύειν άρτου.
  • Άλλοι πάνε πεινασμένοι κι άλλοι απο φαΐ σκασμένοι.
  • Άλλος Πάσχα και άλλος χάσκα.
  • Αλλού πονάει και άλλου πεινάει.
  • Αλοίμονο του που πεινά και περιμένει από την γειτονιά.
  • Άμα σου βγάλει τα μάτια η πείνα, θα σου φανούνε όλα μέλι.
  • Αν δεν θέλεις να πεινάς την δουλειά σου μην ξεχνάς.
  • Αν δεν πεινάσουν οι φτωχοί οι πλούσιοι δεν χορταίνουν.
  • Αν η αλεπού μέτραγε τα αχνάρια της, θα πέθαινε από την πείνα.
  • Αν πεινάσει ο ακαμάτης, ψυχοπόνεση δεν έχει.
  • Από την πείνα σου φαίνεται και το χορτάρι μέλι.
  • Από τον γάμο έρχομαι και μα την πείνα που' χω.
  • Αρχοντιά και άδεια κοιλιά.
  • Ας θεραπευτεί η πείνα και ας κοπεί η ποδάρα.
  • Ας με λένε βοιβοντίνα κι ας ψοφώ από την πείνα.
  • Ας πηδάμε και ας γελάμε για να λέν πως δεν πεινάμε.
  • Είπε το ψωμί ψωμάκι.
  • Εμείς ψωμί δεν έχουμε και η γάτα σέρνει πίτα.
  • Ένας πεινασμένος είναι ένας εξαγριωμένος.
  • Έπεσαν σαν το όρνια στο ψοφήμι.
  • Έπεσε ο λύκος στ' άντερα(λαιμαργία & διαφθορά).
  • Ε! την παντέρμη την πείνα, πρώτα κτυπά τα γόνατα και ύστερα την Κατίνα(πλάτη).
  • Η κοιλιά παράθυρα δεν έχει.
  • Η πείνα βγάζει μάτι.
  • Η πείνα βγάζει το λύκο από τα δάση.
  • Η πείνα βγάζει το λύκο από την φωλιά του.
  • Η πείνα δεν γνωρίζει νόμο.
  • Η πείνα δεν έχει μυαλό.
  • Η πείνα δεν ξέρει ευγένειες.
  • Η πείνα δεν παίρνει από λόγια.
  • Η πείνα είναι η καλύτερη σάλτσα.
  • Η πείνα είναι το καλύτερο πιάτο.
  • Η πείνα εν που κάτω στο δεμάτιν.
  • Η πείνα κάνει αντάντια και ο φόβος κάνει πόδια.
  • Η πείνα κάστρα πολεμάει και κάστρα παραδίνει.
  • Η πεινασμένη κοιλιά χορταίνει το πεινασμένο μάτι δεν χορταίνει.
  • Η πείνα τον ευγενικό αδιάντροπο τον κάνει.
  • Θα πούμε το ψωμί ψωμάκι.
  • Και το ξερό ο νηστικός το βλέπει παντεσπάνι.
  • Κάλλιο να πάσχει η τσέπη σου, παρά η κοιλιά σου.
  • Καλύτερα χαλασμένα δόντια, παρά άδειο στομάχι.
  • Κόρδα φούντα στο σοκάκι, ψωμολίσσα στο κονάκι.
  • Με το ψωμί όλες οι πίκρες είναι γλυκιές.
  • Μου τρέχουνε τα σάλια.
  • Νόστιμα και τα κάρδαμα, σε όποιον έχει πείνα.
  • Να δουλεύω να πεινώ, ας πεινώ και ας κάθομαι.
  • Νηστεύει ο δούλος του Θεού, γιατί ψωμί δεν έχει.
  • Νηστικό αρκούδι δε χορεύει.
  • Νόστιμα που είναι τα κουκιά, για όποιον έχει πείνα.
  • Ξερό ψωμί του νηστικού, του φαίνεται ματζούνι.
  • Ο εργάτης δεν πεινάει και αν πεινάσει δεν πεθαίνει.
  • Οι μαγέροι δεν πεινούν.
  • Ο νηστικός καρβέλια ονειρεύεται.
  • Ο πεινασμένος γάιδαρος, ξυλιές δεν λογαριάζει.
  • Όποιον πολυπεινάσει, η πείνα διατάσει.
  • Όποιος δεν έχει κρέας φασόλια πεθυμάει.
  • Όποιος δεν κάνει δείπνο, κακά θωρεί τον ύπνο.
  • Όποιος κοιμάται το πρωί, πεινά το μεσημέρι.
  • Όποιος πεινά για να πλουτίσει, μόνο την πείνα του θα κερδίσει.
  • Όποιος πεινά ψωμιά θωρεί κι όποιος διψά πηγάδια.
  • Ο πονεμένος αποκοιμήθηκε ο πεινασμένος όχι.
  • Όπου απαντέχει (ελπίζει, αναμένει)δε πεινάει(Λευκάδα).
  • Ο σκύλος δεν δανείζει κόκαλα.
  • Όταν κοιμάται ο γιόκας μου ψωμί δεν μας γυρεύει.
  • Όταν ο σκύλος σου πεινά, τους ξένους μην ταΐζεις.
  • Όταν πεινάσει ο λαός και όταν στεναχωριέται, κανένανε δεν ντρέπεται, κανένα δεν φοβάται.
  • Ο φόβος κάνει πόδια και η πείνα κάνει δόντια.
  • Ο χορτάτος τον πεινασμένο δεν πιστεύει.
  • Ο χορτάτος του πεινασμένου τον καημό δεν τον νιώθει.
  • Παίζει η κοιλιά του ταμπουρά.
  • Παντρεύτηκε η πείνα τη δίψα. (φτωχοί).
  • Πάνω που έμαθε ο γάιδαρος να μην τρώει, ψόφησε.
  • Πεθαίνει της πείνας…(ψωμολυσάει) ( Είναι φτωχός ή και πεινασμένος…).
  • Πεινάς; κάτσε μαγείρεψε και ύστερα νοικοκύρεψε.
  • Πεινασμένος λύκος χυμά και σε λιοντάρι.
  • Πόσο κεχρί σαπίζει και πόσα πουλιά πεινούν.
  • Σαν πεινώ και δεν νυστάζω, όσο θέλεις σκέπαζέ με.
  • Στη καλή τη γειτονιά λιμός δεν γίνεται.
  • Τα νηστικά σκυλιά χαλάνε φούρνους.
  • Τα πουλάκια της κοιλιάς του κελαηδούνε πεινασμένα.
  • Τ' αρρώστου τα χείλια φαίνονται, του νηστικού η μαγούλα.
  • Τα τρέφει ο δήμος(δημόσιο) λιμόν δεν φοβούνται.
  • Το αδεινό στομάχι είναι κακός σύμβουλος.
  • Το μάτι του πεινασμένου βλέπει πολύ μακριά.
  • Το πεινασμένο στομάχι δεν έχει αυτιά.
  • Το πεινασμένο το γαϊδούρι τρώει ότι σανό του τύχει.
  • Το πρωί φάγαμε κουκιά και τώρα το ζουμί τους.
  • Το σκύλο σαν τον αποκλείσεις τρώει και κρεμμυδότσουφλα.
  • Του πεινασμένου εννιά παπλώματα του ρίξανε και πάλι άυπνος έμεινε.
  • Του πεινασμένου τα χνώτα μυρίζουν από μακριά.
  • Το ψωμί η πείνα το γλυκαίνει.
  • Τρώγοντας έρχεται η όρεξη.
  • Των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν.