Ρεζίλεμα (13)
- Γίνηκε ο αγάς γομάρι. Σε περιπτώσεις που κάποιος ξεπέφτει οικονομικά, κοινωνικά κ.λ.π.
- Έγινε ρεζίλι των σκυλιών.
- Έπαθε ρεζιλίκι που δεν του το βγάζει η πλάκα (Μιχαηλίδης).
- Έχει και ο μέρμηγκας χολή έχει και η μύγα σπλήνα(από όλους μπορεί να γίνεις ρεζίλι).
- Η σκρόφα(πουτάνα) το γεβέντισμα (ρεζιλίκι) για πανηγύρι τόχει.
- Θα γελάσει και το παρδαλό κατσίκι.
- Κάθεται η πομπή ντροπιασμένη στην πόρτα της και περιγελά τον κόσμο.
- Κάλλιο της γης κατάλυμα παρά του κόσμου γέλιο.
- Μην κυνηγάς ποτέ κουτσό με εσένα θα γελάσουν.
- Ο κόσμος το'χει τούμπανο και εμείς κρυφό καμάρι.
- Του βάλανε το κέρατο στην πόρτα του.
- Του κρεμάσανε κουδούνια στο λαιμό.
- Τουρκεύεις ρεζιλεύεσαι η σαράντα κρομμύδια τρως (Μιχαηλίδης).