Ρούχα (107)

  • Άβρακος έβαλε βρακί σε κάθε πόρτα το ’δειχνε.
  • Άλλαξε ο Μανωλιός και έβαλε τα ρούχα του αλλιώς.
  • Άλλαξε ο Μανωλιός κι έβαλε την κάπα αλλιώς.
  • Αλλού ο επίσκοπος και αλλού τα ρούχα του.
  • Άμα βλέπεις ένα γυμνό μη ρωτάς πού είναι τα ρούχα του…(Κάτι παράξενο- απελπισμένος…).
  • Άμε μ' ένα που να' χει γούνα, να σου δώσει να φορέσεις αμπά (βαρύ ρούχο).
  • Άμυαλος βρακί εφόρει, κάθε πάτημα το ’θώρει. (Ανέλπιστη επιτυχία).
  • Ανάραψε το ρούχο σου να σού φανεί καινούργιο.
  • Αν δεν αργάσεις το πετσί, παπούτσι δεν το κάνεις.
  • Αν δε φορέσεις παλιά, καινούρια δεν έχεις.
  • Αν έχεις τα καλά παιδιά, τα ρούχα τι τα θέλεις;
  • Από σιγανό ποτάμι, μακριά τα ρούχα σου.
  • Αυτά είναι τα κουμπιά της Αλέξαινας. (Μέθοδοι επιτυχίας).
  • Αυτό που φορεί κι άλλο δε θωρεί.
  • Αχαλίνωτη κυρά με τα ρούχα της τα βάζει.
  • Βγάλτ' αυτά και βαλ΄τα ίδια (για τους φτωχούς).
  • Βγάλ’ τη σκούφια σου και βάρα με.(Έχουν ελαττώματα αλλά κατηγορούν τους άλλους)
  • Βγήκε απ’ τα ρούχα του. (αγανάκτησε).
  • Γαρούφω, Γαρούφω, βγάλ' το ξένο ρούχο ( επίδειξη).
  • Γεια στα ρούχα δεν χωράει.
  • Δεν έχει βρακί να φορέσει. (φτωχός).
  • Δεν έχω δεύτερο βρακί, ρούχο να φορέσω.
  • Δεν ξέρω από πού κρατάει η σκούφια του. (καταγωγή).
  • Δυο πόδια σ’ ένα παπούτσι δε χωράνε.
  • Έβαλε στραβά το καπελάκι του. (τα κατάφερε).
  • Έβαλε το βρακί, σαρίκι. (εξευτελισμός).
  • Είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του.
  • Είναι μεγάλο μανίκι. (Δύσκολη υπόθεση).
  • Είναι ο καημός του μυλωνά / της μυλωνούς να βάλει ρούχο μαύρο ( επιθυμία).
  • Είναι στα μέτρα του κομμένο, κι έγινε χαριτωμένο.
  • Έκαψε τα ρούχα του να μην τον τρων οι ψύλλοι.
  • Έκοψε το μανίκι για να μπαλώσει το παντελόνι. ( φτώχεια).
  • Έμαθε γυμνός και ντρέπεται ντυμένος.
  • Έμαθε ζόρκος και του κακοφαίνεται ντμένος. (Γι’ αυτόν που δεν έχει συνηθίσει στην καλοπέραση).
  • Εμακρύναν οι ποδιές για να κρύψουν τις πομπές.
  • Έμεινε πανί με πανί. (άφραγκος).
  • Η γούνα δε φοβάται το χειμώνα.
  • Ή μίλαε όπως φορείς η φόραε όπως μιλείς.
  • Η σκούφια του είναι γεμάτη διαόλους. (πονηρός)
  • Καθένας με τον πήχη του, μετράει το πανί του.
  • Και τα βρεγμένα, πλυμένα είναι.
  • Κάκιωσ' ο καλόγερος κι έκαψε τα ρούχα του (καταστροφή).
  • Καλά είναι τα μεταξωτά, για παχεμένους κώλους.
  • Καλά είναι τα φαρδομάνικα μα είναι για δεσποτάδες.
  • Κάλλιο να τον ντύνεις παρά να τον ταΐζεις.
  • Κάλλιο χρυσό όνομα παρά χρυσό φόρεμα.
  • Κατά τα μούτρα και το πεσκίρι. (πετσέτα)
  • Κατά τα ρούχα δίνει ο Θεός την κρυάδα…
  • Κατά το δικό σου πήχη, πανί δε σου πουλούν.
  • Κατά το κεφάλι και η σκούφια.
  • Κατά το πάπλωμα και το ξάπλωμα… (Οικονομικές δυνατότητες).
  • Κατά το ρούχο που φορείς, μοιράζει ο θεός το κρύο.
  • Κατά το σκέπος πέμπει ο θεός και την κρυγιότη.
  • Κι ένα κούτσουρο αν θα καλοντύσεις, θε να μοιάζει νύφη.
  • Κόψε ράψε το καλά να μιλάει στην καρδιά.
  • Μεγαλώνει το γομάρι, κονταίνει το σαμάρι(Για τα παιδιά που μεγαλώνουν).
  • Με λούσιμο και χτένισμα, αδράχτι δε γεμίζει. (ωραιοπάθεια).
  • Μ' όλα τα αγκάθια μάλωνε, τα ράσα να φοβάσαι.
  • Μου ‘βαλε τα δυο πόδια σ’ ένα παπούτσι. (Με ζόρισε)
  • Μου ’βγαλε τ’ άπλυτα στη φόρα. (Τα προσωπικά).
  • Μου ’γινες στενός κορσές. (ενοχλητικός).
  • Μου ’γινες τσάμικος ταμπάκος. (ενοχλητικός)
  • Μου φόρεσε κόκκινα τσαρούχια. (με ντρόπιασε).
  • Μου φόρεσε φέσι. (χρέος).
  • Νηστικός περνάς, γυμνός όχι.
  • Ντύσε με χτενισέ με, ξέρω ποιος με γέννησε.
  • Ξένα ρούχα ντύνεσαι, γρήγορα τα γδύνεσαι.
  • Ξένα τα ρούχα πού φορείς, μην τα αποκαμαρώνεις μην σκίζεις, μην λερώνεις τα, ύστερα τα πληρώνεις.
  • Ξεσκίζει τα ρούχα του. (αγανάκτηση).
  • Όλοι με τα χρυσά βελούδα, ποιος θα βόσκει τα γαϊδούρια;
  • Όποιος κοιμάται την αυγή, παλιά ρούχα την λαμπρή φορεί.
  • Όποιος φυλάει τα ρούχα του έχει τα μισά.
  • Όσο σε τιμούν τα ρούχα σου, δε σε τιμά το σόι σου.
  • Ότι είχε η ντουλάπα μου, εγώ το έβαλα και βγήκα.
  • Ότι φάει το παιδί χαλάλι, και ότι φορέσει χαράμι.
  • Ο φτωχός τα ρούχα του τρεις φορές τα χαίρεται καινούρια, παλιά και καινουριομπαλωμένα.
  • Παπούτσι απ’ τον τόπο σου κι ας είν’ και μπαλωμένο. (γυναίκα)
  • Πήρε τα βρεγμένα του κι έφυγε. (ντροπιασμένος).
  • Πιάσε τον ξυπόλητο και πάρε τα παπούτσια του.
  • Σακάκι πληρώνεις, σακάκι παίρνεις. Μανίκι πληρώνεις , μανίκι παίρνεις.
  • Σαν αρέσει του φορέση ουλουνού του κόσμου αρέσει.
  • Σα τση γίδας το τομάρι. (Για κάποιον που φοράει διαρκώς τα ίδια ρούχα).
  • Σ’ έχω γραμμένο στα παλιά μου τα παπούτσια.
  • Σου ’χω ράμματα για τη γούνα σου. (απειλή).
  • Στην Μπαρμπαριά τα ρούχα μου στην Κρήτη το σπαθί μου.
  • Τα δανικά τα ρούχα, ζεστασιά δεν σού κρατούν.
  • Τα καλά φορέματα ανοίγουν όλες τις πόρτες.
  • Τα μεταξωτά βρακιά είναι για επιδέξιους κώλους.
  • Τα μεταξωτά βρακιά, θέλουν επιδέξια σκέλια.
  • Τα όμορφα ρούχα δεν κρύβουν τον άξεστο.
  • Τα ράσα δεν κάνουν τον παπά.
  • Τα ρούχα δείχνουν άνθρωπο και τα μαλλιά γυναίκα κι αν είναι εκατό χρονών, θαρρείς πώς είναι δέκα.
  • Τα ρούχα δεν κάνουν τον άνθρωπο.
  • Τα ρούχα κάνουν το κορμί και το κορμί τα ρούχα.
  • Τα ρούχα κάνουν τον άρχοντα, τ’ άρματα το λεβέντη.
  • Το ένα τσαρούχι και τ’ άλλο παπούτσι. (αταίριαστοι)
  • Τον έχω μανίκι της κάπας. (Καμιά συγγένεια)
  • Τον έχω της γούνας μου μανίκι. (τίποτα).
  • Το ξένο ρούχο ζέστη δεν πιάνει.
  • Του ’δωκε τα παπούτσια στο χέρι. (Τον έδιωξε)
  • Του ήρθε γάντι. (ταίριασε)
  • Τρώγομαι με τα ρούχα μου / τον εαυτό μου / με τ' άντερά μου ( παράπονο).
  • Τρώει ο καθένας όπως θέλει και ντύνεται όπως θέλουν οι άλλοι.
  • Φίλησε κατουρημένες ποδιές. (παρακάλεσε).
  • Φόρεμα του κόσμου και φαΐ της όρεξής σου.
  • Φύλαγε τα ρούχα σου να'χεις τα μισά.
  • Ως με τιμάν τα ρούχα μου, δεν με τιμάει ο κόσμος.