Συγγενείς, Συγγένεια (57)

  • Αλίμονο σε αυτόν που περιμένει γιόμα από τούς δικούς του και δείπνο από τούς γειτόνους.
  • Άλλα λέει η θεια μου, άλλα ακούν τ’ αυτιά μου…(ασυνεννοησία).
  • Ανάθεμα που έχει δικούς και περπατεί με ξένους.
  • Αν θες καλόν υπάλληλον μην παίρνεις συγγενή σου.
  • Από ξένους βρίσκεις δροσιά και από δικούς σου φωτιά.
  • Ας είναι πολύ το γένος μου κι ας με μισεί ο κόσμος.
  • Γιατί είναι βαθιά το μάτι σου βγαλμένο;,γιατί μου το έβγαλε δικός μου.
  • Για του συντέκνου το χατίρι,τιμούν και το γαϊδούρι.
  • Δεν με πονούν οι μαχαιριές,που έχω από τους εχθρούς μου ως με πονάνε οι γρατζουνιές που έχω από τους δικούς μου.
  • Δικοί μου όσους κλεί η πόρτα μου.
  • Εάν ο καθένας έχει το δικό του,ο διάβολος δεν έχει τίποτα.
  • Έλα παππούλη μου, να σου δείξω τ’ αμπελοχώραφά σου…(Επίδειξη γνώσεων).
  • Η… πού ’χει άντρα και παιδί στο χορό μην κατεβεί. (Έχει υποχρεώσεις και δεν προλαβαίνει….).
  • Η συννυφάδα με το καρφάκι και η κουνιάδα με το φαρμάκι.
  • Θείος κι ανηψιός, διάολος και μισός.
  • Καθένας με το δικό του σακί πάει στο μύλο.
  • Καλοί, κακοί οι συγγενείς, να μην τούς κάνεις ξένους.
  • Καλύτεροι οι αδελφοί της εκκλησιάς παρά οι αδελφοί της κοιλιάς.
  • Καλύτερος ο ξένος,χειρότερος ο δικός σου.
  • Κάνει τους ξένους εδικούς του και τούς δικούς του ξένους.
  • Κούνια που σε κούναγε…
  • Μας παίζουν τις κουμπάρες…(Μας κοροϊδεύουν).
  • Με τους δικούς σου (τους συγγενείς σου) φάε, πιες κι αλισβερίσι μην κάνεις…
  • Με τούς δικού σου φάε πιε και νταλαβέρι μην κάνεις.
  • Με τούς δικούς σου φάε πιες με ξένους πραματεύσου.
  • Με τους δικούς σου φάε, πιες και με τον ξένο χωρατέψου…
  • Ξένου παινέψου και δικού σου παραπονέψου.
  • Ο δικός σου μπορεί να βρίσει, μα δεν θέλει να σε αδικήσει.
  • Ο δικός σου μπορεί να πει μα να ακούσει δεν μπορεί.
  • Οι εδικοί πάνε μαζί, όχι τα πορτοφόλια αυτά δεν είναι συγγενείς και πάνε χώρια χώρια.
  • Οι συμπεθέροι και οι κουμπάροι τον πρώτο χρόνο έχουν χάρη.
  • Οι φίλοι μου γίναν εχθροί και οι δικοί μου ξένοι.
  • Ο καλύτερος συγγενής είναι ο εαυτός σου.
  • Όποιος έχει γυναίκα και παιδί δε μπορεί να κάθεται με τα δάχτυλα στο στόμα.
  • Όποιος έχει νονό, τρώει κουλούρι…(προστάτες).
  • Όσες κουρούνες γαλανές τόσες καλομητριές.
  • Ο συγγενής μπορεί να πει, μα δεν μπορεί να σ'ακούσει.
  • Όταν μαλώνουνε οι συγγενείς, ευχαριστιούνται οι εχθροί.
  • Όταν σε βλέπω κουμπάρε μου σε θυμάμαι.
  • Όταν σε στραβώσει ο δικός σου, κάνει βαθύτερες κουφάλες.
  • Ποιος σου'βγαλε το μάτι; ο δικός σου.
  • Πολλοί συγγενείς λίγοι λίγοι…
  • Σε έκανα κουμπάρο, για να μπαίνεις με το θάρρος.
  • Σε καλού κουμπάρου σπίτι, όποιος κάθεται δε φεύγει
  • Στεφάνωσε και μπλέτσωσε και βάφτισε και φεύγα.
  • Συμπέθεροι και σύντεκνοι
  • ότι φάνε και ότι πιούνε, τον πρώτο χρόνο και τον δεύτερο τον πόνο.
  • Το αίμα νερό δεν γίνεται κι αν γίνει δεν θολώνει.
  • Το αίμα νερό δεν γίνεται κι αν γίνει δεν πίνεται.
  • Τον εδικόν μου κούρευαν κι ήταν ντροπή δική μου.
  • Του ενός μητέρα, του άλλου μητριά.
  • Του νονού μας το νονό και εμείς νονό τον έχουμε.
  • Τού ξένου είναι παράπονο και του δικού μαχαίρι.
  • Τους συγγενείς να τους υπομένεις τους άλλους όχι.
  • Του συντέκνου μου ο σκύλος, σύντεκνος μας είν'κι εκείνος.
  • Τώρα που σε είδα άντρα μου σε θυμήθηκα.
  • Φίλος για φίλο χάνεται, φίλη για φιλενάδα, κουμπάρος για κουμπάρισα, κουνιάδος για κουνιάδα.