Χέρια (53)

  • Απάνω σε κάθε χέρι είναι άλλο χέρι και έτσι ως τον ουρανό.
  • Δεν βάζω το χέρι μου στη φωτιά για ξένου πισινά.
  • Δεν κουνάει ούτε το μικρό του-της δαχτυλάκι. (τεμπέλης-α).
  • Δεν μας φθάναν τα κουλά ήρθαν και τα χέρια.
  • Δεν πιάνουν σαλιγκάρια με στεγνά χέρια.
  • Έβαλα τα χέρια μου κι έβγαλα τα μάτια μου. (Αυτοκαταστράφηκα).
  • Έβαλε το δαχτυλάκι του.
  • Έβαλε το χέρι του.
  • Είναι κοντό το χέρι σου να φτάσει σε μένα. (ανίκανος –ανήμπορος).
  • Είναι παρωνυχίδα…(Ανάξιος λόγου).
  • Έμεινε με το δάχτυλο στο στόμα. (αμηχανία).
  • Έφαγε τα νύχια του-της. (Δούλεψε σκληρά-ταλαιπωρήθηκε).
  • Κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει.
  • Κάλλιο χέρι πού κρατεί, παρά χέρι που γυρεύει.
  • Κρύβεται πίσω από το δάχτυλό του-της.
  • Μην κόβεις το δάχτυλο που σου δείχνει το δρόμο. (αχαριστία).
  • Να γλείφεις τα δάχτυλά σου …
  • Ξύνει τα νύχια του για καβγά…(εριστικός).
  • Ο θεός κοιτάζει τα καθαρά χέρια και όχι τα γεμάτα.
  • Ο θεός να βάλει το χέρι του.
  • Όποιο δάχτυλο να κόψεις πονάει…
  • Όπου δε φτάνει το χέρι σου μην κρεμάς την κάπα σου. (Να ξέρεις τις δυνατότητές σου.).
  • Όπου μπορείς με τα χέρια σου τα δόντια σου μην βάζεις.
  • Όπου φθάνει το χέρι σου κρέμα το καλάθι σου.
  • Όσα λύνονται με τα χέρια, δεν χρειάζονται μαχαίρια.
  • Όσα χέρια το πιάσανε τόσες μοίρες το μοιράνανε.
  • Όταν δεν κερδίζεις από το χέρι κέρδισε από το δόντι. (οικονομία).
  • Όταν δίνεις με το χέρι σου αυτό είναι και δικό σου.
  • Όταν λύνονται τα χέρια δε χρειάζονται μαχαίρια.
  • Πολλά χέρια ευλογημένα πολλά στόματα καταραμένα. (Έργα κι όχι λόγια).
  • Σε τάβλα πού δεν έστρωσες χέρι να μην απλώνεις.
  • Τα καθαρά γάντια συνήθως κρύβουν βρώμικα χέρια.
  • Τα χέρια ντροπιάζουν το πρόσωπο.
  • Τα χέρια που δουλεύουν ποτέ δεν ζητιανεύουν.
  • Τα χέρια φτιάχτηκαν πριν απ' τα πιρούνια.
  • Το’ βαλε το δαχτυλάκι του-της. (ανακατεύτηκε).
  • Το γουδί το γουδοχέρι και τον κόπανο στο χέρι.
  • Το μάτι δειλό το χέρι τολμηρό.
  • Το'να χέρι νίβει τ'άλλο και τα δυό το πρόσωπο.
  • Τον γνωρίζω «εξ απαλών ονύχων». (απ’ την καλή).
  • Τον έχει του χεριού της…
  • Το παίζει στα πέντε δάχτυλα….(Τον κάνει ό,τι θέλει).
  • Τού έδωσαν τα παπούτσια στο χέρι.
  • Το χέρι θέλει κρέμασμα και το ποδάρι στρώμα.
  • Το χέρι ομορφαίνει με μια φιλική χειρονομία κι όχι με κοσμήματα..
  • Το χέρι πού δίνει είναι ψηλότερα από εκείνο πού παίρνει.
  • Το χέρι πού δίνει όλοι το φιλούν.
  • Χέρι που δε μπορείς να δαγκώσεις προσκύνα το.
  • Χέρι πού δεν δίνει όλο και μαζεύει.
  • Χέρι πού δεν μπορείς να κόψεις φίλα το.
  • Χέρι πού δεν μπορείς να το δαγκώσεις φίλα το και όταν μπορέσεις φάτο.
  • Χέρι πού δεν παίρνει τόπος δεν αδειάζει.
  • Χέρι που έφτυσες μην το φιλάς.