Χωρίς δουλειά (11)

  • Άδουλος δουλειά δεν έχει το βρακί του λύνει δένει
  • Άδουλος δουλειά δεν έχει το σχοινί του κομποδένει
  • Άνθρωπος αδούλευτος θεοκαταραμένος
  • Άνθρωπος χωρίς δουλειά της χώρας η καταλαλιά(αμαρτία)
  • Δεν έκαμε του άδουλου άθο(στάχτη) η παρασιά του και πάντα είναι λειψουργός και καίγεται η καρδιά του
  • Δουλειά δεν είχε ο διάολος και μάλωνε τα παιδιά του
  • Όποιος δεν έχει τίποτα να κάνει,δεν χρειάζεται να ζει
  • Όποιος κάθεται σιάζει τα ρούχα του
  • Όποιος περπατεί βρίσκει κάτι και τρώει και όποιος κάθεται τον τρώνε οι κότες
  • Όσο κάθεται ο γάιδαρος,τόσο τρανεύουν τα αυτά του
  • Του αρέσει του αργόσχολου να κάνει τον δικαστή