Χωριό, Χωριάτης (30)
-
Απ’ το χωριό σου κυλά το νερό στο χωριό μου.
- Βρήκε χωριό χωρίς σκυλιά και τριγυρνά χωρίς ραβδί.
- Γέλασε τον το χωριάτη να τον έχεις πάντα εργάτη.
- Γίναμε από δυο χωριά χωριάτες. (μαλώσαμε).
- Δεν ξυπνάει το χωριό αν δεν λαλήσει ο πετεινός.
- Δεν υπάρχει χωριό που να μην έχει τον τρελό και την πουτάνα του κι αν δεν έχει τούς φτιάχνει.
- Δώσε θάρρος στο χωριάτη να σ’ ανέβει στο κρεβάτι.
- Η χώρα κάνει άρχοντες και το χωριό χωριάτες.
- Και το χωριό σου είναι κοντά και ξέρω τίνος είσαι.
- Κακό χωριό τα λίγα σπίτια…
- Καλίμασι και Νένητα, Πυργί και Βερβεράτο, αυτά τα τέσσερα χωριά βάζουν τη Χίο κάτω.
- Κάλιο
πρώτος στο χωριό παρά στερνός στην πόλη.
- Κάλιο σε μικρό χωριό παρά σε
μεγάλη χώρα.
- Κάλιο στο χωριό γνωστός, παρά
στην πόλη άγνωστος.
- Καλό το χωριό μα όχι για να κατακάτσεις.
- Μικρό χωριό συχνή αγγαρεία.
- Ο θυμός του χωριάτη ζημιά της τσέπης του.
- Ο χωριάτης κι αν πλουτίσει το τσαρούχι δεν τ’ αφήνει.
- Ο χωριάτης μυρίζει πάντα από κάπου.
- Σε παλιό χωριό καινούργιος νόμος δεν γίνεται.
- Σε τούτο το στραβό χωριό, παπά δεν είχε κι ήρθα…
- Στο χωριό στο μεσοχώρι…(ρεζίλεμα).
- Τον τρελό και τον χωριάτη ξένοι πόνοι τούς γερνάνε.
- Του καλορίζικου χωριάτη του πεθαίνει η γυναίκα, του κακορίζικου, του ψοφάει το βόδι.
- Του χωριάτη ο όρκος τάξιμο, του αρχόντου ο λόγος δώσιμο.
- Του χωριάτη το παιδί δυο και τρεις φορές χωριάτης.
- Το χωριό κάνει τον παπά.
- Χωριάτης γεννιέται, ματσούκα πελεκάει.
- Χωριάτης και άγιος να γενεί πάντα χωριάτης είναι.
- Χωριό που φαίνεται κολαούζο δε θέλει. (οφθαλμοφανές).