Ψωμί (107)

  • Άμα βρεις φαΐ, φάε. Αν βρεις ξύλο φύγε.
  • Άνθρωπος που δεν πεινάει, τι θα πει ψωμί δεν ξέρει.
  • Από πολλούς φούρνους έφαγε ψωμί.
  • Άπραγος στο ζύμωμα, στραβά κουλούρια πλάθει. (αρχάριος).
  • Αυτή η δουλειά έχει πολύ ψωμί: η δουλειά αυτή είναι σίγουρη ή αποφέρει μεγάλα κέρδη.
  • Αυτό είναι ψωμοτύρι για μένα (Εύκολη δουλειά).
  • Βγάζει από κρύο φούρνο ζεστό ψωμί. (ικανός).
  • Βγάζω το ψωμί μου: κερδίζω τα απαραίτητα.
  • Βρε τον ψωμοπάτη!
  • (Ορίζει τον άπιστο φίλο που περιφρονημένος από τους ανθρώπους και καταραμένος από το Θεό που αθέτησε τον όρκο του.).
  • Γερόντων έπαρε βουλή κι ανθρώπων μαθημένων οπού’ χουνε πολύ ψωμί κι αλάτι φαγωμένο.
  • Γέρος είσαι, δε φελάς, τα ψωμιά μας μόν’ χαλάς.
  • Για ένα κομμάτι ψωμί, ξεπουλά κανείς την περιουσία του.
  • Για ένα κομμάτι ψωμί το αγόρασα.
  • Για να ζυμώσεις το πρωί, αποβραδίς κοσκίνισε. (προετοιμασία).
  • Για να μη φάει ο γάτος το ψωμί, τρώει ο ποντικός τα ρούχα.
  • Γλυκό ψωμί δεν έφαγαν.
  • Δεν είδε εκκλησιά είδε φούρνο και προσκύνησε.
  • Δεν έχει ψωμί να φάει, (αν είναι κάποιος φτωχός).
  • Δουλεύει για το ψωμί του: δουλεύει για τα αναγκαία της ζωής.
  • Δώσαν ψωμί στον εργάτη κι αυτός ζήτησε και αλάτι.
  • Δώσε μου το ψωμάκι σου να σού δώσω λιγουλάκι.
  • Δώσε στη γυναίκα ψίχουλα να πάρεις καρβέλια, δώσε καρβέλια και δε θα πάρεις τίποτα.
  • Εγώ ψοφώ για το ψωμί κι ο άντρας μου δανείζει.
  • Είπε το ψωμί ψωμάκι.
  • Εκεί που ’ναι τα δόντια λείπουν τα παξιμάδια. (Όσοι μπορούν να απολαύσουν κάτι, το στερούνται).
  • Εκεί που ψήνει ο ήλιος το ψωμί.
  • Εμείς ψωμί δεν είχαμε, λουκούμια εγυρέψαμε.
  • Εμείς ψωμί δεν έχουμε κι η γάτα πίτα σέρνει.
  • Εμείς ψωμί δεν έχουμε…Τον ξένο τι τον θέμε;
  • Εννιά νομάτοι, εννιά ψωμιά κι εγώ ο έρμος ένα…(αδικία).
  • Εφάγαμε ψωμί κι αλάτι.
  • Έφαγα ψωμί στο σπίτι σου.
  • Η βιάση ψήνει το ψωμί, μα δεν το καλοψήνει.: ακόμα κι αν κάνεις κάτι με βιασύνη, πιθανόν να έχεις κάνει λάθος.
  • Η έλλειψή του είναι ταυτόσημη με την πείνα.
  • Θα φάει πολλά ψωμιά ακόμη: θα γνωρίσει ή θα βιώσει πολλά.
  • Θα φάμε αέρα κοπανιστό. (τίποτα).
  • Θέλει βρεγμένα τα παξιμάδια (για απαιτητικούς τεμπέληδες).
  • Θέλεις αλεύρι να βγάλεις καρβέλι.
  • Κάλλιο να φάει κανείς ένα μαγκάλι κάρβουνα παρά του κλαψιάρη το ψωμί.
  • Κάλλιο ξερό ψωμί με ησυχία παρά τραπέζι με μελαγχολία.
  • Κάλλιο ξερό ψωμί μ' ειρήνια παρά ψάρια με τη γκρίνια.
  • Κάλλιο το σημερινό ψωμί παρά την αυριανή πίτα.
  • Κάποιος φούρνος γκρεμίστηκε…(ξαφνικό- απρόοπτο).
  • Κρύο νερό, ζεστό ψωμί και οι δυο κακοί γιατροί.
  • Λεφτά αγοράζουνε ψωμί, μα όχι ευγνωμοσύνη.
  • Λίγα είναι τα ψωμιά του ή έφαγε τα ψωμιά του: δεν θα ζήσει για πολύ ακόμη.
  • Λίγα τα ψωμιά του, λίγα τα καρβέλια του, (για κάποιον που βρίσκεται σε κίνδυνο θανάτου).
  • Μα το ψωμί που τρώω (Ο καθημερινός άνθρωπος το σέβεται και ορκίζεται σ' αυτό).
  • Με το ψωμί όλες οι πίκρες είναι γλυκιές.
  • Μήδε ωμός τρώγεσαι, μήδε ψημένος…(δύστροπος).
  • Μην τάξεις τ’ άξιου κερί και του μικρού κουλούρι.
  • Μου ’ταξε φούρνους με καρβέλια.
  • Μπουκιά και συχώριο…(Όμορφη κοπέλα –κάτι καλό).
  • Να τιμάς το ψωμί που τρως" (ευχή γονέων στα παιδιά τους).
  • Νηστεύει ο δούλος του Θεού γιατί ψωμί δεν έχει.
  • Ξένο ψωμί δικά του δόντια.
  • Ξένο ψωμί και δικό σου μαχαίρι.
  • Ξένο ψωμί ήταν που έτρωγε, δικό του το μαχαίρι.
  • Ξένο ψωμί τρώει και τα δόντια του λυπάται.
  • Όλα είναι υφάδια της κοιλιάς μα το ψωμί στημόνι. (βασικό- απαραίτητο).
  • Ο λόγος σου με χόρτασε, και το ψωμί σου φα’ το.
  • Ο νηστικός καρβέλια ονειρεύεται (γι' αυτούς που προσδοκούν υπερβολικά πράγματα).
  • Ο πεινασμένος καρβέλια ονειρεύεται.
  • Όποιος βαριέται να ζυμώσει πέντε μέρες κοσκινάει.
  • Όποιος έχει νου και γνώση, πριν πεινάσει θα ζυμώσει.
  • Όποιος σού δείξει πέτρα, δείξε του ψωμί.
  • Όποιος χορταίνει ύπνο δε χορταίνει ψωμί.
  • Όπου σου λεν να φας, φάε κι όπου δέρνουν φύγε…
  • Όταν έχεις ψωμί είσαι έξυπνος. (πλούσιος- με δουλειά…)
  • Όταν κοιμάται ο γιόκας μου ψωμί δε μας γυρεύει.
  • Όταν πεινάει ο εχθρός σου δώσ' του να φάει ψωμί και πάλι όταν διψάσει δώσ' του νερό να πιει, γιατί έτσι πάνω στο κεφάλι του αναμμένα κάρβουνα μαζεύεις, και θα σε ανταμείψει ο Κύριος (Καινή Διαθήκη 25:21).
  • Όταν φαγωθεί το ψωμί καληνύχτα της συντροφιάς.
  • Ο χορτάτος λέει ψωμί κι ο νηστικός ψωμάκι.
  • Πάμε να φάμε ψωμί…(να γευματίσουμε).
  • Πάτησε το ψωμί που έφαγε…(τον όρκο).
  • Πιο πολύ ψωμί τρώγεται με μέλι παρά με ξίδι.
  • Πρέπει να φας πολλά καρβέλια ακόμα (για κάποιον που αποτυγχάνει σε κάτι που δοκίμασε πάνω από τις δυνάμεις του).
  • Σίγουρο ψωμί σε τρύπιο σακούλι.
  • Στείλε στους γύφτους να βρεις προζύμι.
  • Στο σπίτι πού δεν υπάρχει ψωμί όλοι μουρμουρίζουν.
  • Στου σκύλου το προσκέφαλο ψωμί δεν ξημερώνει.
  • Τάζει φούρνους με καρβέλια και λαγούς με πετραχήλια.
  • Της γειτόνισσας το ψωμί είναι γλυκό.
  • Της προκομμένης το ψωμί γρήγορα ανεβαίνει.
  • Το έδωσε για ένα κομμάτι ψωμί: το έδωσε πολύ φτηνά, με μικρό αντάλλαγμα.
  • Το ζυμάρι όσο το ζυμώνεις φουσκώνει. (εκπαίδευση).
  • Τον ύπνο μην το αγαπάς αν θες να μη φτωχύνεις, κράτα ανοιχτά τα μάτια σου και θα χορτάσεις ψωμί.
  • Το ξένο ψωμί είναι όλο λύσσα.
  • Το ξένο ψωμί έχει πιο νοστιμάδα.
  • Το ψωμί γερό και το σκυλί χορτάτο.
  • Το ψωμί είναι ο ίδιος ο Χριστός.
  • Το ψωμί κάνει τα δάκρυα, το ψωμί τα σταματά.
  • Το ψωμί ορίζει την σφυρηλατημένη φιλία.
  • Το ψωμί τα δάκρυα δένει, το ψωμί τα σταματάει.
  • Φάγανε ψωμί και αλάτι, (είναι η φράση που χαρακτηρίζει μία πολύχρονη και σταθερή φιλία).
  • Φουρνίζει κεραμίδια και ξεφουρνίζει ψωμιά.
  • Χίλια μαντήλια και να ’χεις, χίλια πρόσωπα δεν τρέφεις.
  • Χοντρή μπουκιά μη φας και χοντρό λόγο μη πεις.
  • Χωρίς δουλειά ψωμί δεν έχει.
  • Χωρίς προζύμι ψωμί δε γίνεται. (προετοιμασία- οικονομίες).
  • Χωρίς ψωμί κανένας νόμος δεν μπορεί να κρατηθεί στα πόδια του.
  • Ψωμί δεν έχουμε, ραπανάκια για την όρεξη: δεν έχουμε τα βασικά και ζητάμε τα επιπλέον.
  • Ψωμί δεν είχαμε, τυρί μας ήρθε.
  • Ψωμί μη λείψει σπίτι μας και φούρνος να μη καπνίσει.
  • Ψωμί στο μοναστήρι και καλογέροι χίλιοι.
  • Ψωμοζήτης είναι κάποιος που ζητιανεύει.
  • Ψωμοτύρι και γλυκιά ζωή.