Γέλιο (81)

  • Αλί που δεν γέλασε πουρνό κι απαντέχει το βράδυ.
  • Άμα ξαναγίνω νύφη ξέρω να χαμογελώ.
  • Αναγελούμε δεκαοχτώ και μας γελούνε χίλιοι.
  • Αν γελάς όταν σε δέρνουν, ποτέ δεν θα σε ξαναδείρουν.
  • Αν δεν γελάσεις το πρωί, μην καρτερείς το βράδυ.
  • Αν δεν ξέρεις να γελάς,κατά κει που φυσά ο αέρας,γρήγορα θα πάρεις κρυολόγημα.
  • Ανώφελα γέλια, ανάλατο φαϊ.
  • Απ’ τα πολλά τα γέλια, καταλαβαίνεις τον τρελό.
  • Ας γελάμε κι ας πηδάμε, για να λεν’ πως δεν πεινάμε.
  • Άσπρα γέλια των χειλιώνε, μαύρα γέλια των καρδιώνε.
  • Αυτά τα γέλια τα πολλά,ούλα θα σου βγουν ξινά.
  • Γελά δ'ο μωρός καν τι γελοίον ή(αρχ) (το γέλιο περισσεύει στο στόμα του ανόητου).
  • Γελάει και το παρδαλό κατσίκι.
  • Γελάει και χαίρεται πολύ ποιος μένει τελευταίος.
  • Γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος.
  • Γέλα εσύ κι εγώ γελώ να περνάμε τον καιρό.
  • Γέλα, και ο κόσμος θα γελάσει μαζί σου. Κλάψε, και θα κλάψεις μόνος σου.
  • Γελάνε και τ’ αυτιά του. (χαρούμενος)
  • Γελά ο τρελός στ’ αγέλαστα.
  • Γέλασέ του του χωριάτη,να τον έχεις όταν θέλεις.
  • Γέλια ἀδιάκοπα – μυαλὰ κουρκουτιασμένα.
  • Γέλια γέλια δίχως φρένα και μυαλά κουρκουτιασμένα.
  • Γέλιο άσκοπο, μυαλό άσκεφτο.
  • Γέλιο και κλάμα είναι στον ίδιο σάκο.
  • Γέλιο χαρά που μούφερες και λύπη που μου πήρες.
  • Γελούν και τα μουστάκια του(ευτυχισμένος).
  • Δυο γελούν κάτι ξέρουν, ένας γελά τρελός είναι.
  • Εγελούσανε με μένα κι έσκασα κι εγώ στα γέλια.
  • Έζησε χρόνια πιο πολλά απ’ το γέλιο στη ζωή του.
  • Είναι κι άσπρα γέλια, είναι και μαύρα γέλια.
  • Είναι και πικρά γέλια και γλυκά.
  • Ένα ζεστό χαμόγελο, είναι η λιακάδα στο χειμώνα.
  • Η πιο χαμένη μέρα, είναι αυτή που δεν έχουμε γελάσει.
  • Η πορδού είναι γελού.
  • Θα γελάσει ο κάθε πικραμένος.
  • Κάλλιο της γης κατάλυμα παρά του κόσμου γέλιο.
  • Καλύτερα καλύβα όπου γελούν, παρά παλάτι όπου κλαίνε.
  • Κουτσό ποτέ μην κυνηγάς, με σένα θα γελάσουν.
  • Μην γελάς μην γελαστείς, μην έρθει καιρός και το νυφτείς.
  • Με τα κόκκινα πανάκια τα γελούνε τα παιδάκια.
  • Μηδέ γάμος χωρίς κλάμα, μηδέ μνήμα χωρίς γέλια
  • Να ζήστε, να γεράσετε, να δείτε, να γελάσετε.
  • Ο γνωστικός θυμάται και γελά, ο τρελός βλέπει και γελά.
  • Οι τρελοί γελούν για όλα.
  • Ο Οκτώβρης θέλει γέλια γιατί ανοίγουν τα βαρέλια.
  • Όποια μέρα δεν γελάμε τηνε χάνουμε απ’ τη ζήση.
  • Όποιος γελάει με τον άλλον, γελάει με τα μούτρα του.
  • Όποιος γελάει την Παρασκευή, κλαίει το Σάββατο.
  • Όποιος δεν γελάσει το πρωί, ούτε το μεσημέρι θα γελάσει.
  • Όποιος εγέλα το ταχύ (=το πρωί), κλαίει πριχού βραδιάσει.
  • Όποιος πολύ γελάει, πολύ κλαίει στο τέλος .
  • Όποιος πουλάει το σπίτι του, γελούν τα κεραμίδια .
  • Όσοι ξέρουν να γελούν, πολλά χρόνια θε να ζουν.
  • Όταν γελάς μην σκέφτεσαι,μα όταν κλαις το ίδιο.
  • Όταν γελά το πρόσωπο, δεν γελά πάντα κι η καρδιά.
  • Πέθανα στα γέλια. (ξεκαρδίστηκα)
  • Πρωινό γέλιο, βραδινό κλάμα.
  • Στου λωλού το στόμα περισσεύει το γέλιο .
  • Τα γέλια θα σου βγουν ξινά. (Αν δεν υπολογίσεις σωστά.)
  • Τα γέλια κάνουν την τιμή τα μέτωπα την γνώση.
  • Τα γέλια με τα κλάματα, με τη χαρά η πίκρα.
  • Τα γέλια σπέρνουν κλάματα.
  • Τα γέλια τ’ ασταμάτητα, μυαλά κουρκουτιασμένα.
  • Τα γέλια χάνουν την τιμή, τα μέτωπα τη γνώση.
  • Τα δανεισμένα φεύγουν γελώντας και έρχονται κλαίγοντας.
  • Τ’ ανέγελο του κόσμου, τον κόσμ’ αναγελά .
  • Τίποτα δεν αφοπλίζει, όσο το γέλιο.
  • Το ανέγελο του κόσμου,τον Κοσμά αναγελά.
  • Το γέλιο, είναι του τρελού ο λόξυγκας.
  • Το γέλιο μακραίνει τη ζωή.
  • Το γέλιο της Παρασκευής είν' κλάμα του Σαββάτου.
  • Το γέλιο χάνει την τιμή, το κολατσιό το γιόμα και το μικρό το δειλινό χάνει το μέγα δείπνο.
  • Το δανεισμένο πάει γελώντας κι έρχεται κλαίοντας.
  • Το στόμα του λωλού, πάντα γεμάτο γέλια.
  • Το τέλος του γέλιου είναι το κλάμα.
  • Το χαμόγελο είναι γέφυρα που ενώνει.
  • Το χαμόγελο του ανθρώπου είναι ήλιος μες στο σπίτι.
  • Τρώτε μια φορά πιο λίγο,πίνετε δυο φορές πιο πολύ,κοιμηθείτε τρεις φορές πιο πολύ και προπάντων γελάτε τέσσερις φορές πιο πολύ.
  • Χαμογέλα στο αύριο και το αύριο θα χαμογελάσει σε εσένα σήμερα.
  • Χαρά σ’ εκείνον που γελά, με τα παθήματά του, που κάνει γλέντι τον καημό, χορό τα βήματά του.
  • Χαρά στο νιο που νοιάζεται, στο γέρο που γελάει.