Γριά (44)

  • Αγάλια αγάλια γίνεται η αγουρίδα μέλι κι αγάλια κάνει η γριά τον νεαρό να θέλει.
  • Άκουσε η γριά φωνή κι αναρούφα να την πει.
  • Αλλού πονάει η γριά κι αλλού την τρίβει ο γέρος.
  • Άναψε γριά το λύχνο σου, προτού σε βρει η νύχτα.
  • Αξίζει μια γερόκοτα σαράντα πουλακίδες.
  • Ας τρώει η γριά κι ας μουρμουρίζει ο γέροντας. (Για κάποιον που καλύπτει τις ανάγκες του, παρά τις αντιδράσεις).
  • Απής φάει η γρα τα σύκα τση απόκαν’ ο χειμώνας
  • Αυτά είναι γριάς μαντεύματα και γέρου παραμύθια
  • Βγάζει η γριά τα τσούκλια της (ελαττώματα) και θέτει τα του γέρου.
  • Γλυκάθηκε η γριά στα σύκα και έφαγε και τα συκόφυλλα.
  • Γλυκάθηκε η γριά στα σύκα κι εμπαινόβγαινε και εζήτα.
  • Γριά δεν είχε βάσανα κι αγόραζε γουρούνι. (μπελάδες).
  • Γριά και αν τσατσανεύεσαι (κάνεις τη νέα),τα μάγουλά σου φαίνονται.
  • Γριά και να στολίζεται σ' ανήφορο γνωρίζεται.
  • Γριά κότα είναι καλύτερη από πολλά ορνιθοπούλια.
  • Γριά το καταχείμωνο (μεσοχείμωνο) θυμήθηκε πεπόνια. (ή ξυλάγγουρα εζήτα) (Παράδοξες ορέξεις – επιθυμίες).
  • Δεν σου δίνω γριά ψωμί, βρέξε μου το στο ζουμί.
  • Δώσαμε της γριάς αυγό και το ’θελε μελάτο…(αχαριστία).
  • Εγλυκάθηκε η γριά στα σύκα κι όλη νύχτα τ' ανεζήτα.
  • Εγλυκάθηκε η γριά το μέλι, θα φάει και το σκουτέλι(πιάτο).
  • Είπαμε στη γριά να κλάνει, μα να μην το παρακάνει.
  • Είπαμε στη γριά να χέσει κι αυτή ξεκωλώθηκε.
  • Είχαμε την γριά ,μας έπεσε και ο γέρος.
  • Ζιε γριά για να μαθαίνεις, για να γλέπεις, μην πεθαίνεις.
  • Η γριά δεν είχε δόντια κι ήθελε παξιμάδια.
  • Η γριά δεν ήλπιζε να παντρευτεί κι ηύρε άντρα χορευτή.
  • Η γριά καθότανε και λάκκους εσκεφτότανε (ραδιουργίες).
  • Η γριά και αν εστολίζεται, δε γίνεται κοπέλα.
  • Η γριά κι αν στολίζεται στον ανήφορο γνωρίζεται.
  • Η γριά κότα έχει το ζουμί.
  • Η γριά με την καλή ψυχή ευρέθη γκαστρωμένη.
  • Η γριά όταν χαιρότανε, τα νιάτα της θυμότανε.
  • Η γριά παντρειά δεν ήλπιζε, πανωπροίκι γύρευε.(Υπερβολικές απαιτήσεις).
  • Κάηκε η γριά στο κουρκούτι και φυσάει και το γιαούρτι.
  • Και τα λίγα παιχνιδάκια, της γριάς καλό της κάνουν.
  • Κάκιωσ'η γριά κι έσπασε μια γαβάθα με κουκιά.
  • Καλόπιασε η γριά το γέρο, να τον έχουμε το θέρο, σαν αποθερίσουμε να τον κρεμολογήσουμε.
  • Μια γριά μονοδοντού, άντρα γύρευε η πορδού.
  • Όλοι κοιτάζουν τον καβγά και η γριά το μέλι. (Οι γέροι νοιάζονται για το συμφέρον τους).
  • Όπου γριά κακιά και όπου γέρος σκάνδαλο.
  • Όσο βιάζεται η γριά τόσο κόβεται η κλωστή(με την βιασύνη γίνονται λάθη).
  • Όχι γριά, ζαρωμένη.
  • Της ακούει το πόδι ακόμη  (κοτσονάτη γριά)
  • Της γριάς της δώσανε δυο δραχμές να αρχίσει και τρεις να σταματήσει.