Ευγένεια (41)

  • Αν επισκεφτείς ένα τυφλό φίλο, κλείσε κι εσύ τα μάτια σου…(Αραβική).
  • Αν θέλεις καλά να ακούς,μάθε καλά να λες.
  • Αυτός που ακολουθεί τον ευγενή,συμφέρον έχει και τιμή.
  • Αυτός που υπομένει,το λύκο διαφεντεύει.
  • Γάργαρο νερό στου γουρουνιού τη σκάφη.
  • Γύρεψε το αλάτι να θυμηθούνε το φαΐ.
  • Δεν την πουλούν την ανθρωπιά.
  • Ευγενής από το σακούλι (πλούσιος).
  • Η αρχοντιά μυρίζει από μακριά.
  • Η γλώσσα τιμάει το πρόσωπο.
  • Η ευγένεια δεν αξίζει τίποτα ούτε αγοράζεται.
  • Η ευγένεια είναι αξεχώριστη συντρόφισσα της αρετής.
  • Η ευγένεια υποχρεώνει.
  • Η μεγάλη καλοσύνη είναι και μπουνταλοσύνη.
  • Η με το γλυκό στα χείλη ή με το πουγκί στο χέρι,μπορείς να επιτύχεις.
  • Η μονόπλευρη ευγένεια δε βαστά πολύ καιρό.
  • Η φτώχεια δεν χαλάει την ευγένεια.
  • Κάλλιο να έχετε μέλι στο στόμα παρά ασήμι στο πουγκί σας.
  • Με τα ντουφέκια σκλαβώνεις,μα και με την ευγένεια.
  • Με την κούπα πού κερνάς θα πιεις.
  • Με τον καλύτερό σου φάγε,πιες και νηστικός σηκώσου.
  • Μ’ ευγενικό κουβέντιαζε και ξόδευε το βιος σου.
  • Μην κάμεις εκείνο συ που θες,να μην σου κάμουν εκείνο που δεν θες.
  • Μην φυτρώνεις εκεί που δεν σε σπέρνουν.
  • Ο γλυκομίλητος μπορεί να θηλάσει και λέαινα.
  • Ο καλός ο λόγος βγάζει το φίδι από την τρύπα.
  • Ο καλός ο λόγος δεν κοστίζει τίποτα.
  • Ο καλός ο λόγος χορταίνει κι όχι το καλό φαγητό.
  • Όλες οι πόρτες ανοίγουν στην ευγένεια.
  • Ο λόγος σου με χόρτασε και το ψωμί σου φάτο.
  • Όποιος δεν έχει χρήματα στο πουγκί,ας έχει μέλι στο στόμα.
  • Ο …που ακολουθεί τον ευγενή, και διάφορο έχει και τιμή.
  • Όπου είναι τρόπος,είναι και τόπος(η ευγένεια χωράει παντού).
  • Όσο περισσότερη ευγένεια τόσο περισσότερη πονηριά.
  • Όσο πιότερη ευγένεια,τόσο πιότερη πονηριά.
  • Ο χρεώστης ή το μέλι στη γλώσσα ή το χέρι στην τσέπη.
  • Περισσότερες μύγες πιάνεις με το μέλι,παρά με το ξύδι.
  • Σήκω πηδί μ’ να κάτσ’ η θειά σ’! (Προτροπή συνήθως σε παιδί, να παραχωρήσει τη θέση.
  • Σφάζει με το μπαμπάκι.
  • Τι να τα κάνω τα φλουριά και τα πολλά τα γρόσια,κοντά στην γνώση την καλή και την γλυκιά την γλώσσα.
  • Του χωριάτη το παιδί,δυο και τρεις φορές χωριάτης.