Ζητιάνος, Διακονιάρης (46)

  • Αγάπαγε τους ζητιάνους και άσε τα μνημόσυνα.
  • Ακόμα δεν εστήθη το χωριό διακοναρέοι φθάσανε.
  • Αν δε ζητήσεις δε θα πάρεις.
  • Αυτός είναι από την Πάρο και όχι από την Νάξο.
  • Αυτός με την τρελίτσα του γεμίζει την κοιλίσα του(αυτοί προσποιούνται τος ζητιάνους).
  • Αφύσικος πραματευτής,καθάριος διακονιάρης.
  • Δός και εμέ και του παιδιού μου,και ο άνδρας μου στην πόρτα στέκει(αδιαντροπιά).
  • Είναι από το Ζητούνι,δεν είναι από τα Φάρσαλα.
  • Είναι τιμή να δίνει κάποιος και θλίψη να γυρεύει.
  • Ζητιάνου νέου και γερού μη δίνεις ελεημοσύνη.
  • Ζητιάνου ολομελή, μη δίνεις ελεημοσύνη.
  • Η διακονιά είναι ωφέλιμη,χαράς τον που την κάνει(αρχ κέρδος αισχίνης άμεινον).
  • Η εντροπίτσα(ντροπή) τρώει πετρίτσα.
  • Η ζητιανιά είναι θυγατέρα της ασωτίας και της σπατάλης.
  • Η ζήτρα , δότρα δε γίνεται.
  • Κάλλιο να σε πούνε κερατά παρά κακομοίρη.
  • Κάλλιο να σκάσει κανείς δουλεύοντας παρά να ζει γυρεύοντας.
  • Καλύτερα ζητιάνος ζωντανός παρά αυτοκράτορας πεθαμένος.
  • Καλύτερα ζητιάνος παρά αμαθής.
  • Λάβε και από τον διακονιάρη διακονιά.
  • Μην δείχνεις στον ζητιάνο την πόρτα του σπιτιού σου(θα γίνει ενοχλητικός).
  • Ντροπαλός διακονιάρης,έχει το σακούλι άδειο.
  • Ο ακαμάτης είναι αδελφός του ζητιάνου.
  • Ο ζητιάνος δεν απλώνει το χέρι του,για να του το σφίξουνε.
  • Ο ζήτουλας δότης και αν γενεί,πάντα τρέμει το χέρι του.
  • Ο ζήτουλας ζητεί και δεν δίνει(αρχΈλεος έλεον ούκ οίδε).
  • Οι ζητιάνοι δε χρωστούν ποτέ.
  • Όποιος γυρεύει και λαβαίνει, άλλη τέχνη δε μαθαίνει.
  • Όποιος γυρεύει και του δίνουμε, άλλη δουλειά δεν κάνει.
  • Όποιος δίνει ας σιωπήσει,όποιος παίρνει ας μιλήσει.
  • Όποιος εντρέπεται,πολλά στερεύεται.
  • Ότι παίρνει ο διακονιάρης,είναι διάφορο χωρίς κεφάλαιο.
  • Ποιανού δίνουν και δεν παίρνει;ποιόνε δέρνουν και δεν φεύγει(για τους επαίτες).
  • Πριν ακόμα το τζαμί κτιστεί,οι ζητιάνοι μαζευτήκαν.
  • Τα χέρια που δουλεύουν ποτέ δεν ζητιανεύουν.
  • Το διακονίκι είναι μισό βασιλίκι.
  • Το πρόσωπο του ζητιάνου είναι μελαγχολικό,άλλα ο ντουρβάς του είναι γεμάτος.
  • Το σακούλι του διακονιάρη έχει μια τρύπα.
  • Το σακούλι του διακονιάρη δεν έχει πάτο.
  • Του διακονιάρη δώστου ψωμί και πόρτα μην του δείξεις.
  • Του διακονιάρη καρβέλια δωσ’ του. Τις στράτες τις ξέρει.
  • Του διακονιάρη το σακούλι αδειανό ποτέ δεν μένει.
  • Του διακονιάρη το σακούλι, πάντα και άλλα περιμένει.
  • Του διακονιάρη το σακούλι ποτέ δεν γεμίζει(αρχ πτωχού πήρα ού πίμπλαται).
  • Χέρια που δουλεύουν, δε ζητιανεύουν.
  • Αυτός με την τρελάρα του γεμίζει την κοιλάρα του.