Κοροϊδία (50)

  • Αλλού του δείχνει και αλλού του μπήχνει.
  • Αναγέλασε ο μιξιάρης τον καημένο το σαλιάρη.
  • Αναγελούμε (ή εμείς γελούμε) δεκαοχτώ και μας γελούνε χίλιοι.
  • Ασκιά φουσκωμένα μου πουλάς, με το ζύγι τα αγοράζω.
  • Αυτά που γελούσαμε τα λουστήκαμε.
  • Γειά σου και χαρά σ’, κι ένας γάιδαρος μπροστά σ’!
  • Γέλασε η κατσίκα που φάνηκε της προβατίνας ο κώλος.
  • Εγελούσε με εμένα έσκασα και εγώ στα γέλια.
  • Εγώ γελάω δώδεκα και δεκατρείς εμένα.
  • Ειπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα.
  • Έκατσε η τσουκάλα και γελάει η κουτάλα.
  • Εκορόιδευε ο μυξιάρης τον καημένο το σαλιάρη.
  • Η κοροϊδία συγχωρείται δυσκολότερα από τη βρισιά.
  • Κάθεται η τσιμπλού στη στράτα και γελάει τη μαυρομάτα.
  • Κάθεται το κουρούπι και περιγελάει το καζάνι.
  • Κάθισε η πομπή στη στράτα και πομπεύει τούς διαβάτες.
  • Κάλλια της γης κατάλυμα, παρά του κόσμου γέλιο.
  • Κορόιδεψε το θρύψαλο, τη σπασμένη κατσαρόλα.
  • Κουρεμάδι γίδι που πας στο πανηγύρι.
  • Με γέλασες και δείπνησες,μα δε θα κολατσίσεις.
  • Μη γελάς, μην γελαστείς, μην έρθει ο καιρός και το νιφτείς.
  • Μην κατακρίνεις και κριθείς κι αναγελάς και πάθεις.
  • Μου ’ριξε στάχτη στα μάτια…(Με ξεγέλασε).
  • Ο αράπης τον αράπη μαυροτσούκαλο τον λέει.
  • Ο έξυπνος αν γελαστεί για λίγο δε γελιέται…(την πατάει άσχημα…).
  • Όποιος άλλον περιπαίζει, δεν μένει και αυτός ακορόιδευτος.
  • Όποιος γελάει μια φορά ανάθεμα κι όποιος δυό φορές θεός σχωρέσ'τον.
  • Όποιος γελά με το πάθημα των αλλονών, έχει το δικό του πίσω από την πόρτα.
  • Όποιος δείχνει το κακό του άλλου,το δικό του είναι κοντά.
  • Όποιος δεν θέλει να τον κοροϊδεύουν, δεν κοροϊδεύει.
  • Όποιος θέλει να γελιέται, βρίσκει και τονέ γελούν.
  • Όποιος κάνει χωρατά. πρέπει και να τα δέχεται.
  • Όποιος κοροϊδεύει, κοροϊδεύει τα μούτρα του.
  • Όποιος κοροϊδεύει μια φορά, ανάθεμα τον, κι όποιος δυο φορές θεός σχωρέστον..
  • Όποιος κοροϊδεύει τον δικό του, κοροϊδεύει τον εαυτό του
  • Όποιος με γελάσει μια φορά ανάθεμα το κεφάλι του. Όποιος με γελάσει δυο και τρεις ανάθεμα το κεφάλι μου.
  • Όποιος μια φορά με γελάσει τον βρίζω, αν με γελάσει δυο φορές τον ευχαριστώ.
  • Όποιος πουλάει το σπίτι του γελάνε τα κεραμίδια .
  • Όποιος τον άλλον περιγελά, δείχνει πώς τον αψηφά.
  • Ότι γελάσεις (κοροϊδέψεις),θα σου ξημερώσει.
  • Ότι κοροϊδεύεις, γρήγορα θα το λουστείς.
  • Ότι κοροϊδεύεις, γρήγορα το γεύεσαι.
  • Ότι κοροϊδεύεις, γρήγορα το λούζεσαι.
  • Ότι χόρτο κοροϊδέψεις, θα φυτρώσει στην αυλή σου.
  • Σ' αγαπάει σαν το χιόνι στον κόρφο του.
  • Τον έχουν του κλότσου και του μπάτσου.
  • Τον πιάσανε στα πράσα.
  • Τόσο σε αγαπώ καλέ μου, που ξέχασα το όνομά σου.
  • Του κόσμου ο περίγελος αναγελά τον κόσμο. (Το θράσος των ανάξιων).
  • Το χόρτο που αναγελάς, στην πόρτα σου φυτρώνει.