Πληρωμή (10)

  • Από κακοπληρωτή, ότι μπορείς να πάρεις, γιατί είναι μετά δύσκολο να τα ξεσκουλάρεις(ξεμπερδέψεις).
  • Από ξένη τσέπη εύκολα πληρώνει κανείς.
  • Απού πρωτοπληρώσει κακά φιλεί.
  • Αυτός που χορεύει πρέπει να πληρώσει το βιολιτζή.
  • Κατά τη δουλειά και η πληρωμή.
  • Όποιος μπαίνει ασυμφώνητος, φεύγει απλήρωτος.
  • Όταν ο εργάτης πληρώνεται στον τόπο, αναπαύεται από τον κόπο.
  • Πληρωμένα ψάρια, βρομισμένα τα τρως (η προκαταβολή δεν είναι πάντα καλή).
  • Πριν πνιγούμε, δώσ' το ναύλο.
  • Τη δουλειά την γλυκαίνει η πληρωμή.