Χιόνι (12)
- Άνεμο τηγανισμένο, χιόνι στο σουβλί. (αδύνατον).
- Άσπρο είναι και το χιόνι, όμως το πατούν και λιώνει.
- Άσπρο είναι και το χιόνι, αλλά το χέζουν (το λερώνουν) τα σκυλιά.
- Έγινε χιόνια και νερά…
- Η αγάπη σου είναι ψεύτικη σαν τ’ Απριλιού το χιόνι, πρωί-πρωί απλώνεται, το μεσημέρι λειώνει.
- Μην περιμένεις να χιονίσει να δεις άσπρη μέρα.
- Όταν θα φύγει ο κόρακας το χιόνι θα μας κλείσει και η γιαγιά στο τζάκι μας, τη ρόκα θα γεμίσει.
- Όταν χιονίζει αρμένιζε και όταν αιθριάζει κάτσε.
- Όταν χιονίζει αρμένιζε και όταν καλμάρει κάτσε.
- Τηγανίζει άνεμο και σουβλίζει χιόνι. (ματαιοπονεί).
- Χιόνια το χειμώνα, στάρια το καλοκαίρι.
- Χιόνι τρώει και (δε) νηστεύει.